.

.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Επετειακό


Ω, της ψυχής του, θάλασσα, που ‘σαι γι’ αυτόν φτιαγμένη,
ώρια του πόθου του χαρά στ’ ατσάλι του κυμάτου,
παρθενική στη σκέψη του, παλιά του αγαπημένη,
ποιος Ποσειδώνας σε κρατεί δετή στα βλέφαρά του;

Ποιος με σχοινιά να σ’ έδεσε του νόστου ακροθαλάσσι
και δεν μπορεί μια λέξη του γι’ αγάπη να σου στείλει,
και δεν μπορεί πια, θάλασσα, πεζός για να σε φτάσει,
τα φλογισμένα του έρωτα να σου φιλήσει χείλη?

Πώς αμνημόνευτα μπορεί με δίχως να θυμάται
ένα σου πέλαγο βαθύ με δίχως κείνα τ’ άστρα,
που του ‘δειχνες για να μπορεί τις νύχτες να κοιμάται,
θεραπαινίδα, θάλασσα, συ της ψυχής του γιάστρα.

Ποια κάτοπτρα μπορούν στρεβλά μακριά να τον κρατήσουν
και πώς του κόσμου οι άλυσες στα πόδια του δεμένες,
μπορούν ποτέ μες στα βαθιά δικά σου να βυθίσουν
αυτόν, για σε που αρνήθηκε της γης τις φιλημένες;


Πριν ξαπλωθείς απώθησε το σκούρο νυχτικό σου
για δεν κρατάει στη μνήμη του πούθ’ αρχινάει ο μπάτης.
Για δεν θωρεί την πόρτα σου και τ’ ώριο σπιτικό σου.
Μόν’ το κλειδί της ξώπορτας κρατάει, για τ’ άνοιγμά της



Συμπίπτοντα και παρελθόντα

Αιτία πως έψαχνε θαρρώ το χέρι ν’ απαντήσει…
Φλογίζεται και δεν μπορώ σε σένα να μη πω:
Την ώρια εκείνη θάλασσα, την είχα εγώ αγαπήσει
όμως, της το ‘πα, μάτια μου, πως άλλην αγαπώ.

Ήτανε τότε, που σφοδρά χτυπήθηκεν η πλάση,
τότε που χάθηκεν η γης κι ο θόλος τ’ ουρανού,
που τα βουνά συντάραξε καθώς για να σε φτάσει,
για να σε κάνει κόσμημα του κόσμου τ’ αλλουνού.

Ήτανε τότε, που σεισμοί κι ένας διαρκής χειμώνας,
που οι ζωγραφιές του κόσμου μας κατέπεσαν μεμιάς.
Δίχως τ’ απόσκια π’ αγαπάς και δίχως ο πευκώνας
μύρα να στέλνει από δροσιά στα φύλλα της καρδιάς.

Βράχοι τα δάκρυα κι οι λυγμοί στα σύμπαντα σκορπίσαν,
μηδέ κοχύλι απέμεινε, μηδέ φύκι χλωρό.
Στη μικροπρέπεια της σκηνής τα μάτια μου δακρύσαν.
Έφυγα. Χρόνια κι ύστερα δεν θέλω την θωρώ.

Όμως, γυναίκα η θάλασσα – κι αν σε ποθεί πλησιάζει,
αρχίζει κι ονειρεύεται πως θέλεις την ξανά.
Την Αμφιτρίτη μού ‘στειλε και κάποια που ανταριάζει
τα πέλαγα, που ‘ταν βαλτή το χέρι να κουνά.

Ήμουν ανένδοτος, σκληρός κι απότομος μαζί τους.
Φύγανε. Κι όμως, σου ‘στειλε του γάμου νυφικό.
Βέλο και τούλι από κλωνί φυκιού στην ύφανσή τους
κι ένα της γράμμα – υδάτινο, σε τόνο φιλικό.




Οι μεγάλοι έρωτες ενέχουν ποίηση

Οι μεγάλοι έρωτες ενέχουν ποίηση
Γιώργος Μανέτας