.

.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Στης ξερολιθιάς τη λήθη


Εγώ…

που τη σκέψη βασάνιζα
μ’ ανθομύρα κι αγάπανθους...
που μελάνι από βότανα
είχε η πένα – φτερό,

που η γραφή – σφυροκάλεμο
πλείστα μάρμαρα σκάλιζε –
πεταλούδες και μέλισσες,
για μι’ αγάπης καημό.

Με θυμάστε, - φαντάζομαι…
μ’ ανθογύρη και πέταλα...
που δινόμουν στον έρωτα...;
Τώρα, δεν έχω εγώ…

Ήρθαν μέρες, - ανάθεμα!
και μου πήραν τα ολάνθιστα,
και τα δέντρα μου πήρανε…
Μην οι λύκοι, ως εδώ…;

κι όλα γύρω τερμάτισαν
και βυθίστηκε η άνοιξη,
τ’ ανθομύρα, τα πέταλα,
κι όλ’ ανέσπερα, εδώ;

Μην τα χρόνια, πια δίσεκτα;
Μη φαντάζομαι, ανάποδα;
Μη τα δέντρα δεν πότισα;
Μην τρελάθηκα, εγώ;

Μην σταυρούς, ονειρεύομαι
και φαντάζομαι, μνήματα;
Μην εγώ, χρόνια πέθανα
και δεν είμαι πια εγώ;

Ή δεν έχω πια δύναμη…
Ή δεν έχω τη δύναμη…
Μήπως είμαι η αδύναμη,
και δεν έχω πια Εγώ;

Θα ξεσκίσω τη σάρκα μου!
Θα γκρεμίσω τα σύμπαντα!
Μα σ’ αυτούς, ούτε υπόκλιση!
Μον’ στον έρωτα, εγώ…



©Δήμητρα Δελακούρα


Δεν είναι...

Δεν είναι που πέθανε - τρεις μήνες,
στα ξαφνικά, μες στο χειμώνα.
Δεν είναι της υγρασίας εκείνες
οι ρίζες, που του τρίβονται στο γόνα.

Δεν είναι το στενάχωρο κιβούρι
και η μοναξιά που τον πληγώνει.
Δεν είναι που του βάλανε για γούρι
ματόχαντρο, στο στήθος του που λιώνει.

Δεν είναι που γράφει κάτω από το χώμα
με μία περίσσια της κνήμης του πένα.
Δεν είναι το καλό που φόρεσαν στο σώμα
κοστούμι, και ξεχάσανε μια χτένα.

Δεν είναι π’ αρχίζει να ξεχάνει
τους φίλους, που δεν τ’ άναψαν κεράκι.
Δεν είναι που δεν βλέπει να ξεκάνει
της κάσας του τ’ αχόρταγο σαράκι.

Δεν είναι που δεν αντέχει πια την πείνα,
γιατί και πριν την ίδια ζούσε…
Δεν είναι γιατί τα παπούτσια του απ’ την Κίνα,
αυτά από πάντοτε φορούσε.

Είναι γιατί τον είπαν οι “Πατέρες”
κορόιδο! - και του πήρανε το σπίτι.
Είναι γιατί τα αιμοπετάλια - σφαίρες...
όταν τον είπανε "Κοπρίτη".



©Γιώργος Μανέτας



- Για δεν πετούν οι σταυραετοί;
Μήπως κι εκείνοι πια δετοί…;
- Πού πήγαν, όλα;
Της άνοιξης, πού ‘ν’ η χαρά;
Πήραν ανάποδη φορά,
τα μυροβόλα;

Πού ‘ναι τα δέντρα; Πού οι σκιές;
- Κοράκια γύρω μας κι οχιές…
- Πού ‘ν’ τα λουλούδια;
Πού ‘ν’ ο πολύς κελαηδισμός;
Μήπως και πήρε τα, σεισμός;
Πού ‘ν΄ τα τραγούδια;

Πού ‘ν’ τα ποτάμια; Οι ρεματιές;
Πού ‘ναι του πάθους μου, οι μυρτιές,
τα γιασεμιά μου;
- Έλειπες, φαίνεται, καιρό…
- Κι άφησαν μόνς τον εχθρό
στη γειτονιά μου;

- Πήραν τη! πήραν την πατρίδα,
που ‘λεγες, πως είν’ η μητρίδα
του κόσμου, όλου!
Πήραν τη, μέρα – μεσημέρι.
Της Δύσης φίλοι μας κι εταίροι…
- Α, του διαβόλου! 


©Γιώργος Μανέτας

Οι μεγάλοι έρωτες ενέχουν ποίηση

Οι μεγάλοι έρωτες ενέχουν ποίηση
Γιώργος Μανέτας